Ιδρυτές

Iδρυτές του Σχολείου

Ιδρυτές του Σχολείου: Μαρία και Σωτήρης Γουδέλης

Η Μαρία – Εδελστάιν – Γουδέλη γεννήθηκε στην Οδησσό της Ρωσίας στα 1906. Ήταν η μεγαλύτερη από τις τρεις αδερφές της . Οι γονείς της χώρισαν όταν τα παιδιά ήταν μικρά, οπότε και βρέθηκαν στην Αίγυπτο. Η μητέρα της συνδέθηκε στενά με την πλούσια πνευματικά και πολιτιστικά ελληνική παροικία της Αιγύπτου. Οι τρεις αδελφές φοίτησαν στο ελληνικό σχολείο του Ζαγαζίκ, ενός χωριού έξω από το Κάιρο. Όταν η Μαρία έγινε 10 χρονών, μετακόμισαν στην Αλεξάνδρεια, όπου είχε την τύχη να έχει ένα φωτισμένο δάσκαλο, τον Ιορδάνη Ιορδανίδη. Επειδή η μητέρα της ήταν δασκάλα ξένων γλωσσών, μετέδωσε στα παιδιά της όλες αυτές τις γνώσεις. Έτσι η Μαρία από πολύ νωρίς μιλούσε και έγραφε με μεγάλη ευχέρεια αγγλικά, γαλλικά, ιταλικά και γερμανικά, ήξερε όμως αρκετά καλά και ρωσικά και αραβικά. Είχε πάντα εξαιρετική επίδοση στο σχολείο και ιδιαίτερα στα μαθηματικά… Σαν χαρακτήρας ήταν άνθρωπος μάλλον κλειστός, πολύ σεμνή, με μεγάλη ευφυΐα, ευστροφία, ετοιμότητα, κυρίως όμως με βαθιά αγάπη για τον άνθρωπο και ιδιαίτερα για το παιδί. Είναι χαρακτηριστικό ένα περιστατικό, που όπως περιγράφει η ίδια, στάθηκε καταλυτικό στη ζωή της και την οδήγησε στη σύλληψη της ιδέας για τη δημιουργία ενός δικού της σχολείου όπως αυτή το οραματιζόταν: «Θα πρέπει να ήμουν μαθήτρια της τετάρτης Δημοτικού. Ο δάσκαλός μας ήταν άνθρωπος σκληρός και πολύ αυστηρός. Μία μέρα έδειρε με το χάρακα άγρια έναν μαθητή, που στην προσπάθειά του να ξεφύγει, έδωσε μια, έσπασε το τζάμι της μπαλκονόπορτας της τάξης και έπεσε μέσα στις τριανταφυλλιές. Όταν σηκώθηκε, ήταν καταματωμένος και καταξεσκισμένος. Στη θέα αυτού του παιδιού, αποφάσισα πως όταν μεγαλώσω θα φτιάξω ένα σχολείο όπου δε θα δέρνουν τα παιδιά, ένα σχολείο όπου τα παιδιά θα ζουν ευτυχισμένα».

 

Στην Αθήνα βρίσκεται, στα 1921, τελειώνοντας το Γυμνάσιο. Οι πρώτες της σπουδές όπως πάντα το επιθυμούσε ήταν σπουδές δασκάλας. Σπούδασε στο Διδασκαλείο την εποχή που διευθυντής ήταν ο Αλέξανδρος Δελμούζος που την ξεχώρισε για την επίδοση και την ευφυΐα της. Έτσι, στα 1924 τη διορίζει ως δασκάλα στα πρότυπα της Μαρασλείου. Στη Μαράσλειο γνωρίζει το Δημήτρη Γληνό με τον οποίο συνδέεται με βαθιά φιλία και αλληλοεκτίμηση που κράτησε μία ολόκληρη ζωή. Ο Δημήτρης Γληνός ήταν μέλος του «Εκπαιδευτικού Ομίλου» που είχε σα σκοπό την εφαρμογή μιας νέας εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης και την καθιέρωση της δημοτικής? όπως φαίνεται επηρέασε τη Μαρία με την προοδευτική πολιτική σκέψη του. Διαπιστώνοντας ότι η επιστημονική της κατάρτιση δεν ήταν ολοκληρωμένη, αποφασίζει να συμπληρώσει όσο μπορούσε τις γνώσεις και τις δεξιότητές της σε διάφορους γνωστικούς τομείς. Αρχικά, λοιπόν, γράφεται στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, στο τμήμα Φυσικών Επιστημών. Υπήρξε λαμπρή ως φοιτήτρια, μάλιστα ένας συμφοιτητής της, ο μαθηματικός Ν. Κισκύρας, θέλοντας να τιμήσει τη συμβολή της στη διδασκαλία των μαθηματικών, καθιέρωσε το 1992, στο διαγωνισμό για μαθητές της Μαθηματικής Εταιρείας, το «Βραβείο Μαρία Γουδέλη». Για πολλά χρόνια η Μαρία κάνει σπουδές μουσικής (πιάνο) στο Ωδείο Αθηνών, κάτι που όπως η ίδια ομολόγησε, στάθηκε καθοριστικό για τη δουλειά της στο σχολείο. Κατά τη διάρκεια των σπουδών της στο Πανεπιστήμιο, πήρε και το Παιδαγωγικό Πτυχίο του Πανεπιστημίου με ειδικές εξετάσεις που είχαν δικαίωμα να πάρουν όλοι οι τελειόφοιτοι καθηγητικών σχολών. Την περίοδο 1927 έως 1930, για να είναι ενημερωμένη στα θέματα των σχολικών εορτών, στην ορθοφωνία, στην απαγγελία και έχοντας αγάπη αλλά και ταλέντο για το θέατρο, γράφεται και παρακολουθεί τη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου. Εκεί, είχε την τύχη να ακούσει σοφά μαθήματα δραματολογίας από το Φώτο Πολίτη, ιστορία θεάτρου από το Νίκο Λάσκαρη και άλλους αξιόλογους δασκάλους της εποχής. Μάλιστα, πήρε μέρος στη θεατρική παράσταση του έργου του Μάτεση, «Βασιλικός». Γι’ αυτήν της την ερμηνεία, ο Φώτος Πολίτης την αποκάλεσε νεώτερη «Σαπφώ Αλκαίου» και την παρότρυνε να σταδιοδρομήσει στο θέατρο. Όμως την κέρδισε η μεγαλύτερη ακόμα αγάπη της για την εκπαίδευση. Οι γνώσεις ωστόσο που πήρε, μαζί με το ταλέντο και την αγάπη της για το θέατρο, τα διοχέτευσε στο εκπαιδευτικό έργο της. Όχι μόνο δίδαξε και ανέβασε πολλά θεατρικά έργα στο σχολείο της, αλλά και έγραψε πολλά στα πλαίσια των σχολικών εορτών. Την εποχή της Διεύθυνσης της Μαρασλείου από τον Ν. Καραχρίστο, η Μαρία εκπονεί εργασίες γύρω από την ενιαία συγκεντρωτική διδασκαλία, που βρίσκονται όλες δημοσιευμένες στα βιβλία του Ν. Καραχρίστου. Το 1934 επρόκειτο να γίνουν στη Βαρκελώνη της Ισπανίας μαθήματα μετεκπαίδευσης δασκάλων από τη Μαρία Μοντεσσόρι. Η Μαρία ζήτησε άδεια και παρακολούθησε τα «σοφά» όπως η ίδια τα αποκάλεσε, μαθήματα της Μ. Μοντεσσόρι, τις πρακτικές ασκήσεις και τη λειτουργία πολλών Μοντεσσοριανών σχολείων. Όπως η ίδια ομολόγησε: «από τότε άλλαξε εντελώς ο προσανατολισμός μου στην εφαρμογή της δουλειάς μου». Έτσι, επιστρέφοντας στην Ελλάδα, με τη βοήθεια του Δημήτρη Γληνού, ιδρύει το 1936 το πρώτο Μοντεσσοριανό νηπιαγωγείο στα Πρότυπα της Μαρασλείου, αφού προηγουμένως είχε μετατεθεί από το Δημοτικό Σχολείο με ειδικό νόμο.

 

Την ίδια εκείνη χρονιά, το 1936, γνωρίζει το Σωτήρη Γουδέλη, διακεκριμένο μαθηματικό. Συνδέθηκαν με βαθιά φιλία και παντρεύτηκαν το 1942. Τότε η Μαρία προσανατολίζεται στη δημιουργία ενός ενιαίου σχολείου νηπιαγωγείου – δημοτικού θεωρώντας σημαντική την ενιαιοποίηση της εκπαίδευσης. Ζητάει λοιπόν από τον Ν. Καραχρίστο που τότε ήταν και πρόεδρος του Εκπαιδευτικού Συμβουλίου του Υπουργείου Παιδείας την άδεια για την ίδρυση Μοντεσσοριανού Δημοτικού στη Μαράσλειο. Η απάντηση ήταν ότι «θα γίνει διάσπασις εις την Εκπαίδευσιν» οπότε και παραιτείται στα 1945 από το Δημόσιο. Στα 1946-47 η Μαρία φεύγει μαζί με τον άνδρα της στη Γαλλία για παιδαγωγικές σπουδές στη Σορβόννη. Παρακολούθησε τότε πολλές ενδιαφέρουσες διαλέξεις και επισκέφθηκε πολλά σχολεία. Επιστρέφοντας από τη Γαλλία, οργανώνει και λειτουργεί για τρία χρόνια, το πρώτο ιδιωτικό Μοντεσσοριανό Νηπιαγωγείο στη Σχολή Αηδονοπούλου. Στα 1950, ιδρύει στο σπίτι της στην Αθήνα, στην οδό Δεινοκράτους, Μoντεσσοριανό Νηπιαγωγείο και ένα χρόνο αργότερα, δημιουργεί τις πρώτες τάξεις του Δημοτικού για τα παιδιά που αποφοιτούσαν από το νηπιαγωγείο της. Ταξιδεύει στην Ολλανδία και φέρνει το αντίστοιχο υλικό, το οποίο πάντα συμπλήρωνε και εμπλούτιζε κατά τα συνεχή ταξίδια της. Παρακολουθώντας τις επιστημονικές εξελίξεις, ταξιδεύει συχνά στην Αγγλία, Γαλλία, Ελβετία, Ιταλία, Ολλανδία, κλπ. Στα ταξίδια της αυτά, συγκεντρώνει και υλικό. Έτσι, στα 1951, κατά την επίσκεψή της στο Μουσείο Ιστορίας του Παρισιού, εμπνέεται τους περίφημους ιστορικούς χάρτες, τα «ρολά» ιστορίας και θρησκευτικών. Συμμετέχει στο εξωτερικό σε πολλά συνέδρια, πότε σαν ακροάτρια και πότε σαν ομιλήτρια και συνεργάζεται με πολλά περιοδικά ελληνικά και ξένα, πάντα σε παιδαγωγικά θέματα. Κανένα νέο παιδαγωγικό ή ευρύτερα επιστημονικό ρεύμα δεν είναι άγνωστο γι’ αυτήν. Ενημερώνεται διαρκώς και με το οξύ κριτικό πνεύμα της αναγνωρίζει και διακρίνει τα καινούργια κάθε φορά στοιχεία με τα οποία πρέπει να εμπλουτίζει το υλικό της. Επί 50 ολόκληρα χρόνια οι κατακτήσεις της επιστήμης, η πρόοδος της κοινωνίας, τα νέα δεδομένα, συμπληρώνουν πάντα το υλικό πνευματικής ανάπτυξης στις τάξεις του σχολείου της. Εκτός από την εξαίρετη επιστημονική της συγκρότηση, διέθετε και το αξιοσημείωτο ταλέντο να υλοποιεί και να συγκεκριμενοποιεί σε απλή και κατανοητή μορφή και τις πιο δύσκολες έννοιες και γνώσεις. Πραγματικό άθλο, έργο ζωής, επίπονη δουλειά πολλών χρόνων, αποτελεί το τεράστιο σε όγκο και ποιότητα υλικό που κατασκεύασε η ίδια συμπληρώνοντας το υλικό της Μοντεσσόρι στα μαθηματικά, στο αισθητηριακό , στην ανάγνωση, στη γραφή στο Νηπιαγωγείο και ακόμη περισσότερο στο Δημοτικό, όπου σε όλα τα μαθήματα δημιούργησε το υλικό που υπαγόρευε η ελληνική πραγματικότητα, η ελληνική οικογένεια, η ελληνική παιδεία: Ιστορία, Θρησκευτικά, Γραμματική, Τεχνολογία, Συντακτικό, Φυσική Ιστορία, Γεωγραφία, Φυσική Πειραματική, Χημεία και Παιδική Λογοτεχνία. Παράλληλα, αλληλογραφεί συχνά με τη Μαρία Μοντεσσόρι, δίνει δημόσιες διαλέξεις σε Αθήνα και Κύπρο, δίνει μαθήματα στο σχολείο της στους γονείς των μαθητών της, δίνοντας μεγάλη σημασία στην ομαλή συνεργασία σπιτιού – σχολείου. Στη διάρκεια της κατοχής το Εθνικό Συμβούλιο Ελληνίδων, κάλεσε τη Μαρία να διδάξει τις μαθήτριες του Τμήματος Παιδαγωγικών, οι οποίες αργότερα στάθηκαν ικανές να διευθύνουν τα τμήματα των Νηπιαγωγείων των ορφανοτροφείων του Συμβουλίου, για τα παιδιά που οι γονείς τους είχαν πεθάνει από το λιμό του φοβερού Χειμώνα του 1941 – 42. Μετά την απελευθέρωση, τον Ιανουάριο του 1964, ιδρύει με Σωτήρη Γουδέλη το σχολείο τους με την επωνυμία «Μοντεσσοριανή Σχολή Αθηνών, Μαρία Γουδέλη», που περιλαμβάνει Παιδικό Σταθμό, Νηπιαγωγείο και Δημοτικό, στο καινούργιο κτίριο στη Νέα Φιλοθέη, όπου λειτουργεί μέχρι σήμερα. Το σχολείο το σχεδίασε ο γνωστός αρχιτέκτων Δημήτρης Δοξιάδης, σύμφωνα με τις παιδαγωγικές αρχές που του υπέδειξε η Μαρία, χώρος ιδιαίτερα μελετημένος να ανταποκρίνεται στις ανάγκες των παιδιών, που νοιώθουν ικανοποίηση, άνεση και χαρά μέσα σε αυτόν – ένα πραγματικό «σπίτι των παιδιών».

 

Το σχολείο αυτό στη δεκαετία του ‘70 μεσουρανεί. Είναι γνωστό στο εξωτερικό – αποτελεί δε το πρώτο μοντεσσοριανό Δημοτικό στην Ευρώπη. Κανένας ιδιώτης μέχρι τότε δεν έχει τολμήσει να ιδρύσει ένα δικό του Μοντεσσοριανό σχολείο. Υπήρχαν μόνο τα σχολεία της Μαρίας Μοντεσσόρι. Όπως προκύπτει από σειρά έγγραφων μαρτυριών και επιστολών αλλά και από προφορικές μαρτυρίες ξένων εκπαιδευτικών σταλμένων από το Υπουργείο Παιδείας της χώρας τους που επισκέπτονταν το σχολείο της, οι κριτικές είναι εξαιρετικές. Αλλά και στο εσωτερικό πολλές τάξεις μετεκπαιδευμένων δασκάλων, νηπιαγωγών, καθηγητών, επισκέπτονται κατά καιρούς το σχολείο της. Σε όλους μετά την επίσκεψη, η Μαρία επεξηγούσε τις βάσεις του συστήματος εργασίας, τη χρήση του υλικού, τη σημασία και την επίδρασή του στα παιδιά. Παρατηρητές, επιστήμονες από την Ελλάδα και το εξωτερικό, όλοι διαπιστώνουν τη μοναδικότητα στη θεωρητική και πρακτική προσέγγιση του συστήματος Μοντεσσόρι και βεβαιώνουν ότι η εφαρμογή του στο σχολείο της Μαρίας ακολουθεί κατά βάση τις μοντεσσοριανές αρχές, αλλά αναμφισβήτητα φέρει τη δική της προσωπική σφραγίδα. Η Μαρία εμβάθυνε τις αρχές της Μοντεσσόρι και κατανόησε το πνεύμα της, εφαρμόζοντας τις βασικές αρχές της με τρόπο όμως δημιουργικό και συμπληρωματικό. Η προσέγγισή της σε θέματα μάθησης και εκπαίδευσης του παιδιού είναι διαλεκτική στη σύλληψή της, η δε ανάπτυξη της σκέψης και των ιδεών θυμίζει ερμηνείες σύγχρονων ψυχολόγων σχετικά με τις «εσωτερικευμένες θεωρίες για την προσωπικότητα», βάσει των οποίων τα άτομα ερμηνεύουν τις ιδέες και τη συμπεριφορά των άλλων. Εδώ θα πρέπει να τονίσουμε μία άλλη σημαντική πλευρά της προσωπικότητας της Μαρίας, ως παιδοψυχολόγου και τη μεγάλη σημασία που η ίδια έδινε στην προσέγγιση της γνώσης των παιδιών μέσα από τις δύο αυτές ιδιότητες, δηλαδή, της παιδαγωγού και της ψυχολόγου. Για τη Μαρία, οι τάξεις δεν πρέπει να είναι «στατικές» ούτε να χρησιμοποιείται αποκλειστικά και μόνο το μοντεσσοριανό παιδαγωγικό υλικό, αλλά θα πρέπει πάντα αυτό να συμπληρώνεται, πράγμα το οποίο η ίδια εφάρμοσε την πράξη – με βάση τα νέα δεδομένα της επιστήμης και της κοινωνίας. Το υλικό της, μοναδικό σε καθαρότητα σύλληψης, πυκνότητα νοημάτων, γλαφυρότητα, ποιότητα, αισθητική, αποτελεί πολιτιστικό θησαυρό όχι μόνο της Ελλάδας, αλλά και όλης της ανθρωπότητας, το οποίο δεν πρέπει με κανένα τρόπο να μείνει αναξιοποίητο. Οι σύγχρονες γνώσεις για τον τρόπο που το ανθρώπινο μυαλό λειτουργεί, συλλαμβάνει τις έννοιες, άρα και πώς πρέπει να εκπαιδεύεται, επαληθεύουν κατηγορηματικά την ορθότητα της λειτουργίας του συστήματος εργασίας που η Μαρία εφάρμοζε στο σχολείο της εδώ και χρόνια.. Συνεχίστρια και δημιουργός της πρότασης Μοντεσσόρι, δεν υπάρχει άλλη παιδαγωγός μέσα από τη διεθνή βιβλιογραφία που να έχει επεκτείνει και βελτιώσει το Μοντεσσοριανό σύστημα και μάλιστα απόλυτα επιτυχώς. Η μετεξέλιξη δε αυτή του Μοντεσσοριανού συστήματος ήταν αποτέλεσμα συστηματικής επιστημονικής παρατήρησης του παιδιού την ώρα που δούλευε. Η Μαρία υπήρξε πρόδρομος, γιατί προχώρησε και πέρα ακόμα από τα μηνύματα της εποχής της, την οποία καθώς θα τη μελετούμε, θα την ανακαλύπτουμε συνεχώς ακόμα και μετά από πολλά χρόνια. Δυστυχώς, η Μαρία αρρωσταίνει το 1981 από καρκίνο και αναγκάζεται το 1983 να διακόψει τη λειτουργία του σχολείου για ένα χρόνο. Έκτοτε λειτουργεί με άδεια παρέκκλισης από το Υπουργείο Παιδείας.

 

Το δημοσιευμένο συγγραφικό της έργο – υπάρχει και πολύ αδημοσίευτο- περιλαμβάνει τα παρακάτω βιβλία:

1. «Ψυχική υγιεινή του παιδιού: Θεωρία»

2. «Ψυχική υγιεινή του παιδιού: Πράξη» Τα δύο αυτά βιβλία αποτελούν μία ενότητα: στο πρώτο αναλύεται η θεωρία του συστήματος εργασίας στο σχολείο της (έχει μεταφραστεί και στα Ισπανικά) και το δεύτερο περιγράφει το Παιδαγωγικό Υλικό που χρησιμοποίησε σε έγχρωμες φωτογραφίες, πάντα στα χέρια των παιδιών την ώρα που εργάζονται και με επεξηγήσεις για τη μορφή, το μέγεθος, την ηλικία, το σκοπό του κάθε υλικού, τη χρήση του και την αναγκαιότητά του. Το πρώτο εκδίδεται για πρώτη φορά το 1946. Ακολουθεί το 1976 η δεύτερη έκδοσή του μαζί με την έκδοση και του δεύτερου βιβλίου της. Ο ποιητής Κώστας Βάρναλης, φίλος της οικογένειας και θαυμαστής της Μαρίας, όταν διάβασε το βιβλίο της αυτό, σχολίασε: «Ό,τι μυαλό και καρδιά είχε ο πατέρας και η μάνα της, το πήρε η Μαρία».
Άλλα βιβλία της είναι:

3. «Σπίτι και σχολείο», με χαρακτήρα συμβουλευτικό για τους γονείς, που εκδίδεται το 1936.

4. «Το παιδί κι εμείς (Γύρω από το ίδιο θέμα)»

5. «Ζωγραφιές και τραγούδια», που περιέχει τραγούδια δικά της, καθώς και μεταφράσεις ξένων τραγουδιών.

6. «Τα τραγούδια του σχολείου μας»: 2 σειρές από 10 τραγούδια με στίχους της Μαρίας και μουσική Γ. Ζωγράφου και εικονογράφηση Ε. Μουρελου.

7. «Ζώα και φυτά σε στιχάκια της Μαρίας Γουδέλη»: 3 τόμοι εκ των οποίων έχει εκδοθεί μόνο ο πρώτος το 1982 με στίχους της Μαρίας και εικονογράφηση Καλλιόπης Κεφάλα.

Με τη βαθιά γνώση ότι τα μικρά παιδιά αγαπούν και γι’ αυτό θυμούνται καλύτερα τους στίχους από το πεζό, η Μαρία έγραψε πλήθος ποιημάτων, που περιγράφουν με τρόπο διασκεδαστικό βασικά χαρακτηριστικά ζώων και φυτών, εμπλουτίζοντας με αυτό το υλικά τα μαθήματα ζωολογίας και Φυτολογίας. Ανέκδοτο όμως παραμένει και το πλούσιο υλικό πνευματικής ανάπτυξης του παιδιού που καλύπτει σχεδόν όλους τους γνωστικούς τομείς στο Νηπιαγωγείο και Δημοτικό. Επίσης έγραψε πλήθος ιστοριών για τα παιδιά του Νηπιαγωγείου σε έμμετρη μορφή, επίσης ανέκδοτο υλικό και αυτό. Σημαντική πλευρά της προσωπικότητας της Μαρίας, αποτελεί αυτή της λογοτέχνιδας, ως ποιήτριας και συγγραφέως ιστοριών και θεατρικών έργων. Όπως λέει η ίδια η Μαρία πολλές φορές νηπιαγωγοί και δάσκαλοι την είχαν προτρέψει να εκδώσει τραγουδάκια που έλεγαν στο σχολείο της. Πολλά από αυτά είναι πρωτότυπα, άλλα μεταφρασμένα από την ξένη λογοτεχνία Η Μαρία θεωρούσε σπουδαίο τον έμμετρο λόγο στα μικρά παιδιά και πίστευε ότι ο καλός λογοτέχνης σ’ αυτήν την ηλικία είναι απαραίτητος από ότι σε οποιαδήποτε άλλη. «Δυστυχώς οι μεγάλοι λογοτέχνες σπάνια καταπιάνονται με τα μικρά παιδιά». Τα περισσότερα από τα ποιήματά της τα έγραψε στα δύσκολα χρόνια 1940 – 1941 και αποτελούν απόσταγμα προσωπικών βιωμάτων, στοχαστικά επεξεργασμένα και χαρακτηρίζονται για την ευαισθησία, την απλότητα και τη λυρική τους διάθεση.

Σε όλη αυτή τη διαδρομή του πλουσίου έργου της, διδακτικού και συγγραφικού, είχε την αμέριστη βοήθεια και συμπαράσταση του άνδρα της, του Σωτήρη Γουδέλη. Ο Σωτήρης Γουδέλης, φωτισμένος μαθηματικός, ένα από τα πιο γερά μαθηματικά μυαλά της εποχής του, παιδαγωγός και στενός συνεργάτης της Μαρίας Γουδέλη, συμπαραστάθηκε και αγωνίστηκε μέχρι το τέλος της ζωής του για την εδραίωση και ανάπτυξη του μοντεσσοριανού συστήματος στη χώρα μας. Πολύτιμη ήταν η βοήθειά του και η συμβολή του στη δημιουργία του υλικού στα μαθηματικά και στις φυσικές επιστήμες. Από τα πιο προοδευτικά πνεύματα της εποχής του, διανοούμενος και πολιτικά στρατευμένος από τα νεανικά του χρόνια, άνθρωπος που οραματίστηκε μία δικαιότερη ανθρώπινη κοινωνία, αγωνιστής με εύστοχες αναλύσεις και πρακτικό πνεύμα, διακρίθηκε στους πολιτικούς και κοινωνικούς αγώνες, στο χώρο της αριστεράς. Επηρέασε βαθιά τη Μαρία όσον αφορά το ιδεολογικό πλαίσιο τη οπτικής της στη ζωή και στο επιστημονικό έργο της με την υιοθέτηση της διαλεκτικής φιλοσοφίας ως μέθοδο ανάλυσης των εκάστοτε δεδομένων, είτε αυτά αφορούσαν τη θεωρία, είτε την πράξη. Σα συνέπεια αυτής της προσέγγισης, η Μαρία διετύπωσε τις προσωπικές της απόψεις γύρω από το θέμα της κατανόησης των ιδεών και τις θεωρίες μάθησης, πρωτοποριακές για τον καιρό της, που σήμερα αποδεικνύονται σωστές, με βάση σύγχρονες έρευνες στην κοινωνική και γνωστική ψυχολογία. Συνδημιουργός της Μοντεσσοριανής Σχολής Αθηνών, τη στήριξε ολοκληρωτικά στο επιχειρηματικό κομμάτι της και ενθάρρυνε τη Μαρία να την ιδρύσουν . Είναι αλήθεια ότι αν δεν είχε η Μαρία την αμέριστη βοήθεια και υποστήριξη στα καθημερινά πρακτικά προβλήματα τη ζωής από τον άνδρα της, ίσως να μην είχε δημιουργήσει ό,τι δημιούργησε. Είναι χαρακτηριστικό ότι δήλωνε «μαθητής» της γυναίκας του που ανέλαβε το ρόλο του «μπουλαχάνη» (άνθρωπος για όλες τις δουλειές), όπως συνήθιζε να αποκαλεί χαριτολογώντας τον εαυτό του. Αλλά και μετά, όταν στις 19/5/1991 η Μαρία πεθαίνει μετά από τη μακρόχρονη αρρώστια που την ταλαιπωρούσε, ο ίδιος, μόνος, με πείσμα και με όλες τις ψυχικές του δυνάμεις, προσπαθεί να συνεχίσει τη λειτουργία του σχολείου, όπως εκείνη θα το ήθελε. Με την απουσία της Μαρίας, το σχολείο αρχίζει να περνάει κρίση. Ο Σωτήρης προσπαθεί να βρει λύσεις που θα διασφάλιζαν την ιστορία, την υψηλή ποιότητα παροχής υπηρεσιών του και τη συνέχιση της λειτουργίας του. Προχωρά, λοιπόν, στη σύσταση ενός ιδρύματος, σε μια δημόσια διαθήκη, με εκτελεστές απόφοιτους και γονείς του σχολείου. Αφήνει την περιουσία του σε ένα μη κερδοσκοπικό «Ίδρυμα Σωτήρη και Μαρίας Γουδέλη», με όρους που απαγορεύουν την πώληση, ή την υποθήκη, και ορίζουν ρητά τη χρήση της λειτουργίας του κτιρίου σαν σχολείο ή – σε περίπτωση αδυναμίας- τη λειτουργία του ως μουσείο ή ως οικοτροφείο που θα καλύπτει πάντα τις ανάγκες των παιδιών. Έτσι, όταν στις 9/3/1997 ο Σωτήρης φεύγει από τη ζωή, το σχολείο συνεχίζει να λειτουργεί. To σχολείο τώρα περνάει μία δύσκολη φάση.

Ο αριθμός των παιδιών έχει μειωθεί, οι γονείς νοιώθουν ανασφάλεια για το μέλλον του σχολείου, το ίδιο και οι εργαζόμενοι. Τα μέλη του Δ.Σ. του Ιδρύματος και της Α.Ε. αναλαμβάνουν το βαρύ φορτίο να εξασφαλίσουν τόσο τη συνέχεια της λειτουργίας του, όσο και τη διατήρηση και τη διάδοση του συστήματος αγωγής και εκπαίδευσης που η Μαρία Γουδέλη εφάρμοσε όσο ζούσε. Με τη βαθιά πεποίθηση ότι το έργο της Μαρίας και του Σωτήρη δεν πρέπει να χαθεί, με αγάπη, πίστη και συνεχή προσπάθεια, ανιδιοτελώς και με συναίσθηση των ευθυνών τους, στηρίζουν και ενισχύουν κάθε ενέργεια προς αυτή την κατεύθυνση. Χαρισματικοί δάσκαλοι, εφάρμοσαν το σύστημα αυτοαγωγής της Μαρίας Γουδέλη και το στήριξαν με όλες τις δυνάμεις τους και τις ικανότητές τους. Σημαντική όμως ήταν και η συμβολή αυτών των γονέων που στα δύσκολα εκείνα χρόνια εμπιστεύτηκαν στο σχολείο τα παιδιά τους αν και γνώριζαν τις δυσκολίες και τις ελλείψεις του. Σήμερα, 10 χρόνια μετά, πιστεύουμε ότι οι στόχοι σε ένα σημαντικό βαθμό έχουν επιτευχθεί. Όλοι οι δάσκαλοι έχουν υψηλό επίπεδο μόρφωσης, το παιδαγωγικό υλικό έχει ανανεωθεί και αντικατασταθεί πλήρως με καινούργιο από το εξωτερικό, οι κτιριακές και άλλες υποδομές έχουν βελτιωθεί σημαντικά και το σχολείο είναι σε θέση να ανταποκρίνεται στις ανάγκες του όποτε αυτό χρειάζεται. Αριθμητικά δε, έχει φθάσει στον ανώτερο αριθμό πληρότητας σε παιδιά, κάτι το οποίο από τη μια μας χαροποιεί ιδιαίτερα και από την άλλη μας προβληματίζει, γιατί δεν είναι δυνατόν να ανταποκριθούμε σ όλες τις αιτήσεις των παιδιών που θέλουν να φοιτήσουν στο σχολείο μας.

 

Ο Σωτήρης και η Μαρία, άνθρωποι βαθιά ευαισθητοποιημένοι στα θέματα εκπαίδευσης των μικρών παιδιών, θέλησαν αυτό το «πνευματικό τέκνο» τους, τη Μοντεσσοριανή Σχολή Αθηνών, Μαρία Γουδέλη, να την προσφέρουν στο ελληνικό κράτος, ως δωρεά για την ωφέλεια όλων των ελληνόπουλων. Από το 1978 και για χρόνια ολόκληρα, προσπαθούν να προσφέρουν το σχολείο τους στο ελληνικό κράτος ώστε να λειτουργήσει ως πρότυπο πειραματικό σχολείο για την εκπαίδευση παιδιών και τη μετεκπαίδευση δασκάλων και παιδαγωγών, με την πρόθεση να συνεχισθεί και να διαδοθεί το σύστημα της ατομικής εργασίας του σχολείου τους και συγχρόνως να αποτελέσει στοιχείο έρευνας και εκπαίδευσης. Για το σκοπό αυτό προτείνουν να παραχωρήσουν όλο το πλούσιο παιδαγωγικό υλικό, προϊόν πενηντάχρονης προσπάθειας, και να δωρίσουν το κτήριο στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, με μοναδικούς όρους να κατοχυρωθεί νομικά, να εξασφαλισθεί η μελλοντική λειτουργία του σχολείου με βάση τις «βασικές αρχές λειτουργίας» των ιδρυτών του, να παραμείνει το ειδικευμένο προσωπικό της Σχολής, να καταβάλλεται ισόβια πρόσοδος στους δωρητές και να διατηρηθεί το όνομα της σχολής ως «Σχολή Μαρίας και Σωτήρη Γουδέλη». Επιστολές πολλές ανταλλάχτηκαν! Είναι χαρακτηριστικό το απόσπασμα από επιστολή στις 10-10-1984 στον Υπουργό Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, κ. Κακλαμάνη: «Εμείς δε ζητάμε καμία χάρη. Προσφορά στην Πολιτεία είμαστε διατεθειμένοι να κάνουμε. Και την αξία αυτής της προσφοράς σας παρακαλούμε να την αξιολογήσετε προσωπικώς». Δυστυχώς όμως, το κράτος δε βρήκε την κατάλληλη φόρμουλα, κι έτσι η πρόταση της Μαρίας και του Σωτήρη δεν έγινε δεκτή. Συνάμα, η Μαρία πέθανε ξεχασμένη χωρίς καν να αναγγελθεί ο θάνατός της από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Τα σχόλια περιττεύουν. Η Επιστολή του Δ.Σ. της Μοντεσσοριανής Σχολής Αθηνών «Μαρία Γουδέλη», απευθυνόμενη στους αναγνώστες των βιβλίων της Μαρίας και σε όλους τους γονείς και φίλους, καταλήγει: «Το μέλλον του τόπου μας, το μέλλον της ανθρωπότητας ολόκληρης, μακροχρόνια, εξαρτάται από την Παιδεία. Και η παιδεία, τα θεμέλια και ο σκελετός της, δημιουργούνται στα πρώτα χρόνια της ζωής του ανθρώπου. Καιρός να ενδιαφερθείτε! Αθήνα, 25-5-1989»

 

Σήμερα, 30-5-2007, και κλείνοντας σχεδόν 100 χρόνια από τη γέννηση της μεγαλύτερης ίσως παιδαγωγού του αιώνα μας στην Ελλάδα, κοιτάζοντας αυτό το σχολείο, κυρίως όμως κοιτάζοντας στα μάτια όλους εσάς και τα παιδιά σας, μαζί με αυτούς που στα χρόνια που πέρασαν απάντησαν θετικά στο παραπάνω κάλεσμα, και ελπίζοντας ότι αποτελεί και δική σας απάντηση, με πείσμα, πίστη αλλά πάνω απ’ όλα «καρδιά», απαντούμε:

- «Ενδιαφερόμαστε!!!»

 

Βιογραφικό Σωτήρη Γουδέλη

 

Ο Σωτήρης Γουδέλης γεννήθηκε το 1912 στο μικρό ορεινό χωριό Αράχωβα (μετέπειτα Καρυοβούνιο) της Μάνης από γονείς αγρότες. Από πολύ μικρός ήταν ένα εξαιρετικά ζωηρό και ατίθασο παιδί που δε δεχόταν την κηδεμονία οποιουδήποτε και πολύ συχνά προκαλούσε την αγανάκτηση των γονιών του.

Το 1922 ήρθε στην Αθήνα μαζί με τα αδέρφια του. Πιεζόμενος από τις ανάγκες της ζωής και τα περιορισμένα οικονομικά μέσα της οικογένειας του αναγκάστηκε να εργάζεται από την ηλικία αυτή. Ωστόσο η επιθυμία για μόρφωση τον έκαιγε και γιαυτό παρακολουθούσε τα μαθήματα στο Γυμνάσιο της πλατείας Κουμουνδούρου όπου είχε υψηλές επιδόσεις. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο καθηγητής του των μαθηματικών τον σύστησε για να κάνει ιδιαίτερα μαθήματα στον εύπορο συμμαθητή του Νίκο Μομφεράτο, με τον οποίο διατήρησε και στενή φιλική σχέση μέχρι το θάνατο του. Η διαδικασία αυτή αποτέλεσε καμπή στη ζωή του Σωτήρη γιατί τον ανακούφισε οικονομικά, έφερε στην επιφάνεια τον εκπαιδευτικό που είχε μέσα του και τον βοήθησε να εμπεδώσει καλύτερα μια σειρά θεμάτων στα μαθηματικά (από τότε έλεγε ότι ο καλύτερος τρόπος να μάθεις κάτι είναι να το διδάξεις), Ετσι, τελειώνοντας το Γυμνάσιο γράφτηκε στη Μαθηματική Σχολή του Πανεπιστημίου όπου, παρά το ότι δεν σταμάτησε να εργάζεται, διακρίθηκε για τις επιδόσεις του.

Η γενικότερη ανησυχία που τον χαρακτήριζε σε συνδυασμό με την χαμηλή κοινωνική του καταγωγή και τη συνειδητοποίηση της κοινωνικής αδικίας, σε συνδυασμό με το γενικότερο κλίμα διάδοσης των αριστερών ιδεών σαν συνέπεια της Οκτωβριανής επανάστασης, τον ώθησαν να ενταχθεί στο αριστερό κίνημα ενώ ήταν ακόμη μαθητής. Εντάχθηκε στο ρεύμα της «αριστερής αντιπολίτευσης προς το ΚΚΕ», το λεγόμενο τροτσκιστικό. Μαχητικός και δραστήριος αλλά με ελεύθερο και κριτικό πνεύμα, πολέμιος κάθε δογματισμού του ήταν αδύνατο να μην επικρίνει μεγαλόφωνα ό,τι θεωρούσε αρνητικό. Διατήρησε στενές σχέσεις με το χώρο αυτό σε όλη του τη ζωή είτε σαν μέλος, και μάλιστα ηγετικό, είτε σαν φίλος, έτοιμος πάντα να τους βοηθήσει, αλλά και έντονα κριτικός σε όσα του φαινόταν λανθασμένα.

 

Στα πλαίσια της πολιτικής του ένταξης τον σημάδεψε ιδιαίτερα η μεγάλη φοιτητική απεργία του 1932 που μπορεί να θεωρηθεί σαν η πρώτη φοιτητική κινητοποίηση με χαρακτηριστικά που θα συναντήσουμε σε όλες όσες ακολούθησαν. Ο Σωτήρης υπήρξε από τους ηγέτες της απεργίας αυτής στη Μαθηματική Σχολή που ήταν από τις μαχητικότερες.

Μια σκληρή φάση της ζωής του ήταν το 1948 όταν δολοφονήθηκε στη Μάνη ο πατέρας του, αν και δεν είχε καμιά ανάμειξη στα πολιτικά πράγματα, από την ακροδεξιά οργάνωση Χ. Ωστόσο ο Σωτήρης δεν υπήρξε πολιτικά μισαλλόδοξος, εκτιμούσε τους έντιμους και ανιδιοτελείς ανθρώπους ακόμη και αν είχαν αντίθετη πολιτική τοποθέτηση από τη δική του και αντιπαθούσε τους ιδιοτελείς έστω και αν εξέφραζαν απόψεις ανάλογες με τις δικές του.

Η γνωριμία του και ο γάμος του με τη Μαρία Εδελστάιν θα καθορίσει όλη την υπόλοιπη ζωή του και θα παίξει καθοριστικό ρόλο στη δημιουργία του σχολείου τους. Γιατί όσο αναμφίβολο είναι ότι η εκπαιδευτική του οργάνωση και λειτουργία και η επεξεργασία και διαμόρφωση του εκπαιδευτικού του συστήματος υπήρξε έργο της Μαρίας Γουδέλη άλλο τόσο βέβαιο είναι ότι ο Σωτήρης έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη δημιουργία του σχολείου. Αυτός ώθησε τη Μαρία να παραιτηθεί από το Μαράσλειο και να δημιουργήσει το πρώτο τους Νηπιαγωγείο στην οδό Δεινοκράτους. Αυτός κίνησε όλες τις πρακτικές διαδικασίες για την κατασκευή του κτιρίου όπου στεγάζεται το σχολείο σήμερα. Αυτός μεριμνούσε για όλα τα πρακτικά θέματα που απαιτούσε η λειτουργία του σχολείου. Ανέλαβε την πλήρη του διεύθυνση όταν πέθανε η Μαρία (1991) και δρομολόγησε τις διαδικασίες για την επιβίωση του σχολείου μετά το θάνατο του (1997).

Ο Σωτήρης, παρά τις δύσκολες πλευρές του χαρακτήρα του, ήταν ένας άνθρωπος που έδινε τον εαυτό του για τους σκοπούς που έβαζε. Ο κύριος σκοπός της ζωής του εδώ και πολλά χρόνια ήταν το σχολείο που χωρίς αυτόν δεν θα είχε φτιαχτεί ούτε θα λειτουργούσε, ούτε θα είχε επιβιώσει μετά το θάνατο των ιδρυτών του. Οι θεσμοί που προώθησε τους τελευταίους μήνες της ζωής του (ίδρυμα, Α.Ε. κλπ) αποδείχθηκαν ικανοί να εξασφαλίσουν τη συνέχιση του σχολείου στην κατεύθυνση που τους καθόρισε, λίγο πριν από το θάνατο του, ο Σωτήρης Γουδέλης.

Κατασκευή-Υλοποίηση Internet Now!